Δεξιοτέχνης στο κανονάκι, έπαιζε επίσης ούτι και πολίτικη λύρα. Γεννήθηκε το 1890 στο Ακσεχίρ και πέθανε στη Νέα Ιωνία το 1983.

 

 


Ηχογραφήθηκε το 1932. Σύνθεση του Νίκου Στεφανίδη πάνω σε διασκευή παλιότερης μικρασιάτικης μελωδίας. Ερμηνεύει ο Δημήτρης Ατραΐδης.

 

Ήρθε στην Ελλάδα μετά την Μικρασιατική καταστροφή. Στα χρόνια της κατοχής, το 1941, γνώρισε τον Σίμωνα Καρά με τον οποίο, μετά τον πόλεμο, ξεκίνησε μια πολυετή συνεργασία σε ραδιοφωνικές εκπομπές και εμφανίσεις με τη χορωδία του

stefanstefanstefan


Ο Γεχούντι Μενουχίν παρακολουθεί τον Νίκο Στεφανίδη στις αρχές της δεκαετίας του '70

stefanidisstefanidisstefanidisstefanidisstefanidisstefanidis


 

Συνομιλία του Νίκου Στεφανίδη με τη Δόμνα Σαμίου

Απομαγνητοφωνημένη , Προσωπική αφήγηση , 1977

Η συνομιλία μεταξύ της Δόμνας Σαμίου (Δ.Σ.) και του Νίκου Στεφανίδη (Ν.Σ.) πραγματοποιήθηκε στις 19/12/1977 και προέρχεται από το αρχείο της Δόμνας Σαμίου. Παρουσιάζεται απομαγνητοφωνημένη η πλήρης συνομιλία και, σε ορισμένες περιπτώσεις, υπάρχουν σχόλια μέσα σε [ ].


Δ.Σ. Κύριε Νίκο, αν έχετε την καλοσύνη, πείτε μας λιγάκι το ιστορικό του κανονιού, δηλαδή από πότε αρχίσατε να παίζετε κανόνι, αν παίζατε πριν κάποιο άλλο όργανο, σε ποιον μάθατε να παίζετε κανόνι, σε ποιον διδάσκατε, με ποιους συνεργαστήκατε, σε ποιες πόλεις της Μικράς Ασίας παίξατε; Ό,τι θυμάστε, έτσι, με την ησυχία σας, ό,τι θυμάστε ….
Ν.Σ. Κατάγομαι από την Μικρά Ασία, οι γονείς μου ήταν Ανδριανοπουλίτες, είχαν έρθει από την Κωνσταντινούπολη στη Μικρά Ασία στο Ακσεχίρ στο νομό Ικονίου. Ο πατέρας μου είχε ξενοδοχείο όταν χτίζανε την σιδηροδρομική γραμμή, είχαν έρθει με τους εργολάβους και τους μηχανικούς και του άρεσε ο τόπος αυτός, το Ακσεχίρ, και έκατσε στην αρχή στον αρμένικο μαχαλά και μετά άνοιξε ένα ξενοδοχείο-ρεστοράν επειδή ήξερε καλά την μαγειρική και την ευρωπαϊκή και την τουρκική. Έκτιζαν και την εθνική τράπεζα τότε και όλοι οι επίσημοι έρχονταν στο ξενοδοχείο.

Δ.Σ. Αυτό ποια χρονολογία περίπου;
Ν.Σ. Περίπου κατά το 1908, 10 με 12. Κατά καιρούς έρχονταν από την Κωνσταντινούπολη και τη Σμύρνη ορισμένοι ηθοποιοί οι οποίοι έπαιζαν αυτά τα όργανα: κανονάκι, ούτι, το ένα, το άλλο. Εγώ είχα από μικρός μεγάλη αγάπη για τα όργανα αυτά. Μια φορά είχε πάει στην Κωνσταντινούπολη και έφερε ένα γραμμόφωνο και είχε φέρει καμιά πενηνταριά δίσκους και ελληνικούς και τούρκικους, προπαντός. Από αυτούς τους δίσκους, εμένα, μετά το σχολείο, πηγαίναμε και στο σχολείο βέβαια, είναι τα Πέρματα [σημ. δεν ακούγεται καθαρά] κοντά στο Ακσεχίρ περίπου δύο ώρες ήτανε, επειδή στο Ακσεχίρ δεν είχαμε σχολεία και πηγαίναμε εκειπέρα. Στις διακοπές βοηθούσαμε όλοι, τα αδέρφια, στο ξενοδοχείο. Εγώ λοιπόν παρακάλεσα τον πατέρα μου να με βάλει στο γραμμόφωνο και με έβαλε στο γραμμόφωνο. Όλα λοιπόν αυτά τα σαρκιά και τα τραγούδια τα έμαθα από εκεί πέρα απταίστως και όταν ερχόταν αυτοί (οι ηθοποιοί) έπαιρνα καμιά φορά κανένα όργανο και κρουτσάνιζα [σημ. γρατζουνούσα] ή το κανόνι ή το ούτι από τους ηθοποιούς που έρχονταν στο ξενοδοχείο μας. Από τότε είχα ένα ταλέντο.

Δ. Σ. Πόσο χρονών ήσασταν τότε ;
Ν.Σ. Έ, θα ήμουν τότες περίπου οκτώ με δέκα χρονών. Μάλιστα διηγούνταν η μακαρίτισσα η μαμά μου, όταν πρωτοήρθανε καθίσανε με ενοίκιο στον αρμενομαχαλά, ήτανε ένας που έπαιζε κανονάκι. Λοιπόν, μωρό ακόμα εγώ, τους ξύπνησα από τον ύπνο τους, φωνάζοντας, κλαίγοντας, και καταλάβαν ότι ήθελα να με πάνε σε αυτόν. Τον ξυπνάνε τα μεσάνυχτα τον άνθρωπο, ήταν αυτός τσαγκάρης, με έπαιξε λιγάκι και μετά πήγαμε σπίτι και κοιμήθηκα. Το είχα έμφυτο, εκ γενετής φαίνεται (γέλια). Και μόλις έπιανα το ούτι αυθορμήτως, μόνος μου, έπαιζα. Μετά, είχαν κλείσει τα ελληνικά σχολεία το '14 και είχα πάει σε αρμένικο σχολείο στο Ακσεχίρ, εκεί εδιδάχθηκα τη μουσική κατ' αρχάς. Μετά πήγα στο Εσκί-Σεχίρ που ήταν ένας κουμπάρος μας που έβγαζε μπύρες, όπως το Φιξ εδώ πέρα. Λοιπόν, είχα και έναν φίλο, δηλαδή σε αυτού το σπίτι είχαμε μείνει, Αρμένης και αυτός. Αυτός λοιπόν βρέθηκε εκεί να υπηρετεί και όλοι αυτοί του τρένου ήτανε γνωστοί. Με πήρε μια μέρα, να σε βάλω μου λέει στο Εσκί-Σεχίρ, στο εργοστάσιο που κάνανε λεπτουργικές εργασίες, μοντέλα γραναζιών και εργάστηκα για ένα διάστημα. Μετά από αυτό, είχα φέρει και ένα κανόνι με δύο χορδές που το είχα αρματώσει και μου είχε νοικιάσει και ένα δωμάτιο στο Εσκί-Σεχίρ. Εκεί άρχισα λοιπόν. Πίσω μας ήτανε αρμενομαχαλάς, είχανε έρθει οι φίλοι του πατέρα του φίλου μου και ένας τους που έπαιζε βιολί. Με ακούσανε αυτοί και λένε «ωραία, να πάμε σπίτι μας, έχουμε ένα οικογενειακό γλέντι και εμείς παίζουμε ούτι». Ε, θα πάμε, είπαμε. Λοιπόν, έρχεται και αυτός ο Αρμένης που ζούσε εκειπέρα -αυτός κάθε μέρα ερχόταν- πήγαμε μαζί. Του άρεσε το περιβάλλον και είπαμε που και που θα κάνουμε και κανένα γλέντι. Ο ένας εργαζόταν σε ένα εμπορικό. Εκειπέρα στο εμπορικό κάνανε ένα ζιγιαφέτι [σημ. φαγοπότι, τραπέζι, συμπόσιο, γλέντι (τουρκ: ziyafet)] τα αφεντικά του και τους παίξαμε. Εγώ αυτά τα σαρκιά που είχα μάθει, τα έπαιζα, άρχισα και τα έπαιζα.

Δ. Σ. Το κανονάκι ήτανε κανονικό κανονάκι;
Ν. Σ. Ναι, κανονάκι, κανονικό. Είχα αγοράσει ένα, από τα σπίτια βρίσκαμε. Εκεί πια, μετά το συμπόσιο αυτό, με πήρανε χαμπάρι, μάθανε όλοι οι επίσημοι που ήταν καλεσμένοι. Μεγαλέμπορος ήτανε αυτός που τους είχε καλέσει. Άντε άλλο συμπόσιο μετά και σιγά-σιγά εγώ από τη δουλειά μου άρχισα να κρυώνω. Μετά μας καλέσανε σε ένα κέντρο να παίζουμε. Εντωμεταξύ την άφησα τη δουλειά πια, αρχίσαμε να παίζουμε σε κέντρο. Μετά γνωριστήκαμε, ήρθανε από την Πόλη μεγάλοι μουσικοί και μουσικοσυνθέτες. Εκει πέρα είχε και ωδείο Τούρκικο, πήγαινα εκεί και έπαιρνα μαθήματα. Παίξαμε και με μεγάλες κομπανίες. Εντωμεταξύ πήγαμε σε πολλά μέρη και κάναμε κονσέρτα, πήγαμε στο Μπίλετζικ, πήγαμε στη Σμύρνη, πήγαμε στην Κωνσταντινούπολη, μείναμε τρεις τέσσερεις μέρες για να αγοράσουμε ορισμένα πράγματα.

Δ.Σ. Κύριε Νίκο, τι σκοπούς παίζατε; ελληνικούς ή τούρκικους;
Ν.Σ. Τούρκικους παίζαμε αλλά και ελληνικούς γιατί είχαμε και Έλληνες μαστόρους από αυτούς τους που φτιάχνανε την τράπεζα. Από τους εργολάβους υπήρχαν και Έλληνες που είχαν έρθει από την Ελλάδα.

Δ. Σ. Από ποιο μέρος της Ελλάδας θυμάστε;
Ν.Σ. Όχι δεν θυμάμαι. Ο ένας μάλιστα έπαιζε φυσαρμόνικα, ο Ανδρίκος.

Δ.Σ. Αυτοί μόνο φυσαρμόνικα παίζανε ή και κάποιο άλλο όργανο;
Ν.Σ. Φυσαρμόνικα παίζανε και από αυτούς είχα μάθει και εγώ ορισμένα τραγούδια. Αλλά πολλά από αυτά τα τραγούδια, από τους δίσκους τα είχα μάθει εγώ. Ο Πέτρος Μπουρνάρας ήταν ο περίφημος, τη Βλάχα που είχαμε παίξει, το Αχ μελαχροινό μου, αρκετά τραγούδια. Μετά, ένα χασάπικο που παίζαμε που μοιάζει σαν το Έχε γεια Παναγιά. Σε δίσκους το είχα. Μετά ένα χρόνο, στο Ακσεχίρ πια, όταν ήρθα απ’ το Εσκί-Σεχίρ, ήταν ένας Ρουστού μπέης ο οποίος είχε ένα πολύ ωραίο ξενοδοχείο. Μέσ’ τη μέση είχε σιντριβάνι, γύρω – τριγύρω μαγαζιά. Από όλα τα καλά υπήρχαν στο ξενοδοχείο. Όλοι οι εμπόροι, αφιόνι αγοράζανε, σιτάρι αγοράζανε. Κάθε Τετάρτη ερχόντανε και την Πέμπτη γινόταν παζάρι. Μετά το νταλαβέρι που κάμνανε με τους χωριάτες, οι έμποροι, το στρώνανε πια στο γλέντι. Τι μαύρα χαβιάρια, τι σπάτεν μπύρες, όλα περίφημα. Όταν επέστρεψα εγώ και άρχισα να παίζω, κάναμε μερικά κονσέρτα. Έφερα και αυτόν τον φίλο μου που έπαιζε το βιολί και έναν άλλον και κάναμε μια κομπανία. Σενταραμπάν πεσρεβί [σημ. sedaraban peşrevi, peşrev: οργανικό εισαγωγικό μέλος], που ήταν περίφημα αυτά. Με αυτά και με αυτά μαθευτήκαμε, όλοι αυτοί οι μεγάλοι προύχοντες θέλανε να παραδίνω μαθήματα στα παιδιά τους. Εγώ είχα μάθει καλά τη μουσική και όταν κάνανε τα συμπόσια, με το λαντών με στέλνανε στο σπίτι μου, με δυο άλογα [λαντώ(ν): άμαξα, τουρκ. lando(n), αγγ. Landau].

Δ.Σ. Με την καρότσα δηλαδή.
Ν.Σ. Λαντών ήταν αυτό που είχε ο βασιλιάς Κωνσταντίνος, αυτό ήταν! (γελάει). Είχανε κτίσει οι γονείς μου τέσσερα σπίτια κοντά στο σταθμό έξω από το Ακσεχίρ. Ένας ντοκτόρ, γιατρός Ζαφειρόπουλος, ένας έμπορος Σταματιάδης και ένας δικηγόρος Κυριάκος και το δικό μας διώροφο, το επάνω δεν είχε τελειώσει. Μετά έγινε η επιστράτευσις και δεν δέχονταν αντισήκωμα. Επιστρατεύτηκε ο πατέρας μου. Όταν επιστρατεύτηκε εγώ πήγα στο Εσκί-Σεχίρ, αυτό ήθελα να πω. Έκλεισε το μαγαζί, διέλυσε η δουλειά,  είχαμε έναν κουμπάρο Ζήζη εκειπέρα  που εργαζόταν εκεί και μας έκανε τη δουλειά. Αυτός τώρα δεν έδωσε μεγάλη σημασία, αν και μπορούσε να με πάρει στη δουλειά του, αλλά τι θα έκαμα; Καλύτερα! Εγώ προτίμησα να μάθω την λεπτουργική εργασία και ακόμα ξέρω λεπτουργικές εργασίες, είχα μάθει αρκετά. Ε, με τράβηξε η μουσική περισσότερο. Παίζαμε εκεί στο Εσκί-Σεχίρ, στο Τσαγλαγιάν Καζίνοσου [σημ. Çağlayan Gazinosu] πρώτα, εκεί στο σταθμό ήταν ένας Γιουβάν Αγάς απ’την Κιουτάχια, εκεί είχαν έρθει μεγάλες κομπανίες, όλοι μαζί παίζαμε. Αρμένιοι και άλλοι. Και με τον πατέρα του Στέφανου [σημ. αναφέρεται στον πατέρα του Στέφανου Βαρτάνη] γνωριστήκαμε εκειπέρα, όλοι πια μαζί παρέα ήμασταν. Τέλος πάντων. Μετά που επέστρεψα στο Ακσεχίρ και κάναμε τα κονσέρτα και αυτά, μετά από ένα χρόνο, ήταν ένας ντοκτόρ και αποβραδίς είχε ένα συμπόσιο. Εκεί λοιπόν την άλλη μέρα μαζεύανε τους Αρμένιους, σε αρμενομαχαλά καθόταν αυτός ο γιατρός αυτός και παρέδιδα και στα κορίτσια του μάθημα εγώ -μικρά κορίτσια ήταν- αλλά πολύ αγαπητός ήμουνα σε όλους εκειπέρα τους μπέηδες. Αφού τελειώσαμε με κρατήσανε εκεί γιατί ήτανε μακριά το σπίτι μας. Την άλλη μέρα που σηκώθηκα, βλέπω, μαζεύουνε. Είδα κάτι γνωστούς και μου είπαν «Νίκο εφέντη, κάνε ένα σακί, μια τσάντα, ετοιμάσου και εμείς θα έρθουμε να σε πάρουμε» γιατί είχα και κάτι παιδιά της αστυνομίας στα οποία παρέδιδα μαθήματα, «ετοιμάσου να σε πάμε σπίτι, να σε κρατήσουμε» είπαν διότι ο ελληνικός στρατός προήλαυνε, είχανε μείνει δυο σταθμοί. Μαζέψανε από δεκατεσσάρων χρονών μέχρι εβδομήνα χρονών για να μην μας επιστρατεύσουν γιατί στο Ουσάκ και στο Αφιόν-Καραχισάρ είχανε επιστρατεύσει οι Έλληνες, καταλάβατε; Πραγματικώς, πήγα στο σπίτι και είπα στην μάνα μου ετοίμασε ένα σακίδιο και από αύριο φεύγουμε. Ο σταθμός ήταν περίπου μια ώρα. Πιάσαμε ένα αμάξι και πήγαμε. Εκεί μόλις με είδανε, με ρωτούσανε, «Πού είναι ο φίλος σου» αλλά δεν τον βρήκα εκείνον. Εμένα με πήρανε, σε γιαϊλί [σημ. ορεινό εξοχικό σπίτι, τουρ. yayla] με βάλανε, με φέραν στο σπίτι και μου είπαν,  «Κάτσε εδωπέρα, εμείς θα σε ειδοποιήσουμε για το τι θα γίνει». Ένα μήνα έκατσα. Με βάλανε και κρύφτηκα στο σπίτι, για ένα μήνα ήμουν κρυμμένος. Μετά οπισθοχώρησε ο ελληνικός στρατός, έρχονται με ειδοποιούνε, «Αυτοί φύγανε πάλι και ο Καϊμακάμης άλλαξε, μπορεί να γίνει καμιά έρευνα, έλα παραδώσου» μου λένε και εμείς θα σου φτιάξουμε μια συστατική επιστολή ή στο Ουλγκούν θα μένεις ή στο Ικόνιο. Και πράγματι μου δώσανε τα παιδιά και μάλιστα, όταν μας είχαν στο σεφκιάτι [σημ. μεταγωγών, τουρκ. sevkiyat], κάτι αξιωματικοί που ήτανε εκεί μου λένε , «Μη φοβάσαι, παιδί μου μη φοβάσαι, σας πάνε για ασφάλεια εκεί, στα ενδότερα, γιατί προχωράει ο ελληνικός στρατός». Τέλος πάντων, μου δώσανε τη συστατική επιστολή, πιάσαμε και ένα αμάξι. Το Άκσεχίρ είχαμε μια κοινότητα, χριστιανική εκκλησία, που είχαν έρθει ένα μήνα πριν από εμάς, πρόσφυγες από τη Σμύρνη, από το Αϊδίνι. Τους φιλοξενούσαν εκειπέρα, τους δίνανε φαί, συσίτιο.

Δ.Σ. Τώρα αυτά κατά ποια χρονολογία γίνονται κύριε Νίκο;
Ν.Σ. Αυτά γίνονται κατά το ’18-’19. Λοιπόν, με αυτούς μαζί κάνανε μια αποστολή, ήμασταν καμιά εικοσαριά άτομα. Νοικιάσαμε ένα αμάξι, μας δώσανε και ένα τσανταρμά (σημ. χωροφύλακας, τουρκ. jandarma] και πότε περπατούσαμε, πότε ρίχναμε τα πράγματα μας στο αμάξι, πότε κουραζόταν ο ένας κατέβαινε ο άλλος και έτσι φτάσαμε μέχρι το Ικόνιο. Όταν φτάσαμε στο Ικόνιο, εκείνη την ημέρα  ήτανε μπαϊράμι, μας βάλανε στο Κονάκι, στην αυλή. Τώρα, θα μας στέλναν με το τραίνο μέχρι το Ουλουκισλά  [σημ. Ulukışla, πόλη στην περιοχή της Νίγδης], γιατί το τραίνο μέχρι το Αφιόν Καραχισάρ κουβαλούσε στρατό και γι' αυτό δεν βρήκαμε τραίνο. Από το Ικόνιο μέχρι το Ουλουκισλά  πήγαμε με το τραίνο, από εκεί πάλι πιάσαμε αμάξι και φτάσαμε στην Καισάρια. Ντεβελί, Νίγδη κλπ. Στο δρόμο όμως αυξηθήκαμε, εμείς μαζέψαμε από την Αττάλεια, μαζέψαμε από εδώ από εκεί, γινήκαμε κάπου τετρακόσια άτομα. Στο Ουλουκισλά  λοιπόν, εγώ είχα και ένα ούτι στο χέρι μου.

Δ.Σ. Το κανόνι; Το κανόνι τι έγινε;
Ν.Σ. Κανόνι δεν είχα μαζί μου. Δεν το είχα πάρει το κανόνι. Είχαμε έναν από την Αττάλεια που έπαιζε κλαρίνο. Κάτι κάποιοι της χωροφυλακής, «ά, έχουμε και όργανα! Ελάτε μαστόροι να μας παίξετε λιγάκι». Εκείνη την ημέρα θα έβρεχε και όλον τον κόσμο τον είχανε στην αυλή. Τους παρακαλέσαμε αφού είχε επάνω διαμερίσματα να μπει ο κόσμος αφού θα βρέξει και θέλαν αυτοί να μας πάνε για να χορέψουμε με γυναίκες και το ένα και το άλλο. Ο ένας λέει στους άλλους, «Ρε παιδιά, οι άνθρωποι αύριο θα φύγουνε, κουρασμένοι άνθρωποι είναι, ας τους αφήσουμε να ησυχάσουνε». Με την αφορμή αυτή των οργάνων, σωθήκαν όλοι, καμιά τετρακοσαριά άτομα ήταν. Λοιπόν, τέλος πάντων, την άλλη μέρα, Νίγδη κλπ. φτάσαμε στην Καισάρεια και μείναμε, στο σεφκιάτι πάλι. Εκεί είχα δύο φίλους, οι οποίοι στο σεφκιάτι στο Άκσεχίρ, εκείνοι φύγανε, εμένα με είχαν κρύψει - αν θυμάστε. Εκείνοι μείνανε και είχανε προχωρήσει, εκεί με συνάντησαν. Αυτοί εργάζονταν σε ένα Σουλτανί Μεκτεμπί, σε ένα μεγάλο σχολείο το οποίο θα το μετατρέπανε σε βουλευτήριο, προήλαυνε ο ελληνικός στρατός προς την Άγκυρα και κει θα γινόταν βουλευτήριο, αλλά ακόμα ήταν σχολείο. Είχε και καθηγητές. Αυτοί πιάσανε μαγειρική. Ο ένας ήτανε πετράς, έπαιζε ούτι, Θανάση τον λένε. Εδώ [σημ. στην Ελλάδα] συναντηθήκαμε κάποτε που είχε κάνει κονσέρτα. Λοιπόν, με αυτή την αφορμή μόλις με είδαν στο σεφκιάτι με πήραν στο σχολείο, είχαν δωμάτια. Χαρήκανε, «Να ο κανονής μας ήρθε!». Ευτυχώς ένας από αυτούς είχε κανόνι και είπαν οι καθηγητές να κάνουμε ένα συμπόσιο. Μετά από μια εβδομάδα, συνήλθα λιγάκι από την ταλαιπωρία, ήρθε και ο Θανάσης που έπαιζε ούτι,  ήρθαν και τα παιδιά και κάνανε ένα συμπόσιο. Ο διευθυντής της αστυνομίας, ο διευθυντής του νοσοκομείου, της υγειονομικής υπηρεσίας, καθηγητές, δάσκαλοι, διανοούμενοι, αξιωματικοί του σεφκιατιού, όλοι. Και αυτοί ήταν κάτι σαν εξόριστοι, ήτανε από την Πόλη και τους στέλνανε στα ενδότερα. Χαρά, να με φιλάνε, να χαίρονται! Έγινε μεγάλη διαφήμιση. Κάθε εβδομάδα και συμπόσιο. Κάθε εβδομάδα και συμπόσιο. Γράψανε και οι εφημερίδες, «Κανουνί Νίκο Εφέντη, του κανονίστα το συγκρότημα, στο τάδε κέντρο θα παίξει, να πάτε εκεί πέρα!». Έρχονταν να ακούσουν. Μετά, μαθήματα. Τι οι μπέηδες στα παιδιά τους, τι οι αξιωματικοί της αστυνομίας στα παιδιά τους, τι οι ανώτατοι αξιωματικί, όλοι αυτοί μεράκι είχανε. Άλλος ούτι, άλλος βιολί, έπαιζα και λίγο βιολί εγώ, είχα μάθει. Προχωρέσαμε, πολύ ωραία. Εντωμεταξύ, έγινε η καταστροφή της Σμύρνης και τοιχοκολλούσανε τότε τις ειδήσεις, αζάζ τις λέγανε, εμείς δεν τα πιστεύαμε αυτά, αλλά, είχε συμβεί κάτι και με ειδοποιήσανε να μην φανερωθώ. Ήταν ορισμένοι φανατικοί της στρατολογίας και ζηλεύανε αυτούς τους αξιωματικούς που είχαν συγκεντρωθεί στη σχολή και κάνανε κάθε τόσο συμπόσια. Αυτοί λέει έχουν κάτι γκιαούρηδες που παίζουν και παραμελούν τα καθήκοντα τους. Να τους στειλετε, λέει, στην Άγκυρα. Τότε είχανε σκοτώσει δύο αδέλφια στην Άγκυρα.

Δ.Σ. Έλληνες;
Ν.Σ. Έλληνες, ναι. Περίφημοι αυτοί, από το Εσκί-Σεχίρ. Ένας Δημητρός και ο Γιορδάνης. Έγινε μια παρεξήγηση. Ακούσαμε και αυτό που έγινε και μας ειδοποίησαν για καμιά εικοσαριά μέρες να μην εμφανιστούμε. Αυτό έγινε αφορμή να πάω στην … [σημ. δεν ακούγεται καθαρά], βρέθηκε εκεί και ένας κουμπάρος μας, έπαιζε ούτι και αυτός και τα είχε καλά με όλους εκεί. Λοιπόν, αυτός είχε δύο ξαδέρφια, τους παντρέψανε, και λέει, να βρούμε και για σένα μια κοπέλα να σε παντρέψουμε. Με το αστείο τελικά έγινε αφορμή να παντρευτώ. Ύστερα, ήρθαν και με ζητούσαν, ένας Σεχίν εφέντης που ήτανε λοχαγός: «Πού πήγες βρε αδερφέ!, Άχ εβλαντίμ, παιδάκι μου παντρεύτηκες, συχαρητήτια!». Με ειδοποίησε ότι «ο κίνδυνος παρήλθε, μπορείς να ρθεις ελεύθερα». Μετά από έξι μήνες έγινε η ανταλλαγή, αλλά εμείς πριν από την ανταλλαγή, είχανε δώσει προθεσμία ότι εντός ενός μηνός όποιος θέλει να βγει έξω από τα σύνορα μπορεί να βγει. Και δόθηκε η αφορμή μαζί με αυτά τα παιδιά που παντρευτήκανε, πιάσαμε τρία ωραία αμάξια, πήραμε τα πράγματα μας και ήρθαμε στη Μερσίνα σαν μπέηδες. Στη Μερσίνα, ένας Γιουβάν-αγας είχε ένα ωραίο ξενοδοχείο, εκεί συναντήθηκα, με ένα κανονή. Αυτός ήταν από το Εσκί-Σεχίρ, εκεί τον είχα γνωρίσει εγώ όταν είχαν έρθει τα συγκροτήματα και έπαιζε. Αλέγκρος πολύ, περίφημος! Αυτός έπαιζε στην παραλία, σε ένα κέντρο, η γυναίκα του ήτανε Ρωμιά, Μαρία τη λέγανε, αυτόν Νετζάτ μπέη. Πολύ καλός άνθρωπος ήτανε. Είχα αγοράσει τότε από τους Αρμένιδες που είχαν φύγει, ένα ωραίο ολοκαίνουργιο κανόνι, ήταν από έντερο τότε οι χορδές. Εγώ θα πάω λέει τα Άδανα και θα παίξεις αντί εμού εσύ, στο κέντρο που παίζω στο παραλιακό. Ήτανε και κάποιοι ηθοποιοί και είχε και μια κόρη που έπαιζε ούτι και τραγουδούσε κιόλας, είχαμε και ένα ωραίο βιολί, νταϊρέ. Εκεί παίξαμε ένα μήνα. Δεν δέχονταν τότε πρόσφυγες η Ελλάδα και μετά που ήρθε ο Πλαστήρας και έγινε η επανάστασις άρχισαν να δέχονται. Και με ένα βαπόρι Elianne, με πληρωμή, σηκωθήκαμε και ήρθαμε.

[διακοπή]

Ν.Σ. Στην Καισάρεια ήταν πολλοί από τους Σπαρταλήδες, ασχολούνταν με την ταπητουργία, άλλοι τσαγκαράδες, άλλοι χρυσοχόοι. Αυτοί περάσανε καλά γιατί αυτοί θέλανε να μάθουνε την τέχνη, να συνεταιριστούν με τους Χριστιανούς, τους πήραν στις δουλειές τους, άλλοι σε τσιφλίκια εργαστήκανε. Αλλά κατά καιρούς μαζεύανε για τα εργατικά τάγματα στην Καισάρεια. Λοιπόν, οι πολισμάνοι αυτοί με χαιρετούσανε και με ειδοποιούσανε: «Νίκο εφέντη, πες στους φίλους σου να μην φανούν γιατί πάλι θα μαζέψουνε» και έτσι εμείς ειδοποιούσαμε και κρύβονταν στα σπίτια. Και εκεί τα σπίτια ήτανε δώματα. Από το ένα στο άλλο μπορούσες να πας μισό χιλιόμετρο, παραδείγματος χάριν. Και εκεί κρύβονταν οι περισσότεροι με αυτή την αφορμή. Όσους πιάνανε και δεν είχανε χαμπάρι, τους στέλνανε τους καημένους να φτιάχνουν δρόμους. Πολλοί πέθαναν. Ήταν και ο μητροπολίτης ο δικός μας, ο Πατάρων εκεί πέρα ήτανε. Εκεί πέρα ήρθαν να ιδρύσουν το τουρκικό ορθόδοξο πατριαρχείο, ένας Σταμάτης μπέης, αυτός ήταν χριστιανός ορθόδοξος εννοείται, ο παπα-Ευθύμ ήτανε, μάλιστα σε ένα συμπόσιο χόρεψε κιόλας, αλλά είχε ικανότητες. Η πολιτική αυτού ωφέλησε πολύ, γιατί με αυτή την αφορμή τους κρατήσανε, όταν κερδίσανε πια δεν δεχτήκανε. Ήταν ο Προκόπιος του Ικονίου, ήτανε ο Μελέτιος, δεν δεχτήκανε και αυτός έγινε προσωρινός Πατριάρχης. Εμείς δεν έχουμε καμία σχέση με το οικουμενικό Πατριαρχείο. Εμείς έχουμε εδώ το τουρκο-ορθόδοξο πατριαρχείο. Και με αυτή την αφορμή παύσαν οι διωγμοί, σταμάτησαν να στέλνουν προς τα ενδότερα. Εντωμεταξύ έγινε και η ανταλλαγή και όσοι γλιτώσανε γλιτώσανε, αλλά όσοι πήγαν στα ενδότερα πέθαναν από τις ταλαιπωρίες.

Δ.Σ. Κύριε Νίκο, με το κανόνι ξέρετε να παίζετε κάποιους σκοπούς των Μεβλεβίδων. Παίξατε ποτέ με δερβίσηδες;
Ν.Σ. Όχι δεν έπαιξα. Αλλά παίζαμε αυτούς τους σκοπούς. Με αυτές τις κομπανίες που είχα γνωριστεί παίζαμε, ήταν πεστρέφια αυτά. Με τους Μεβλεβίδες δεν είχα καμία σχέση. Ό,τι έμαθα από τους δίσκους και από τις κομπανίες που παίξαμε στο Εσκί-Σεχίρ και στην Καισάρεια. Στην Καισάρεια μάλιστα ήταν ένας Γιακτά-μπεης, ο οποίος ήταν σεφ σε μπαντομούζικα. Λοιπόν, όταν παίζαμε σε κέντρο ερχόταν με το κλαρίνο του και συνόδευε γιατί του άρεσε πάρα πολύ η μουσική και είπε μια μέρα να κάνουμε ένα κονσέρτο. Εκεί, είχε συγκεντρώσει καμιά εικοσαριά και πρόσφυγες και ντόπιους, άλλος έπαιζε σαντούρι άλλος ούτι. Αυτός είχε συνθέσει κάτι πατριωτικά τραγούδια και μου λέει: «Νίκο εφέντη, αυτά τα τραγούδια, επειδή εσύ ξέρεις μουσική, σε ένα μήνα να τους τα μάθεις να τα παίζετε». Είχα και έναν πολύ καλό βιολίστα και ένα ούτι, οι τρεις μας. Εγώ τους τα έμαθα πρώτα σε αυτούς, μετά τους τα μάθαμε στην κομπανία και αυτός έκανε ένα κονσέρτο σε ένα γήπεδο. Όλη η τουρκιά μαζευτήκανε εκεί πέρα, ήτανε παλαιστές εκεί, και αυτός μας διεύθυνε για να παίξουμε αυτά τα πατριωτικά τραγούδια που συνέθεσε. Που να ξέρανε ότι εμείς είμαστε γκιαούρηδες! Ήμασταν όμως και αγαπητοί εκεί, μας είχαν γράψει οι εφημερίδες ότι θα παίξουμε στο τάδε κέντρο, μπορεί και πολλοί να μας γνωρίζανε. Και ήταν πολύ καλός άνθρωπος αυτός. Μάλιστα στο βιβλίο που έχω, έχει και φωτογραφίες, έχει πεθάνει. Ήταν γεννημένος για να κάνει το καλό. Όταν ερχόμασταν στο Ουλούκισλα με τα αμάξια, δώσαμε τα πράγματα μας και εκεί πέρα συναντήσαμε ένα Μουσταφά-μπεη, ο ποίος βρέθηκε σε κανά δυο συμπόσια. Αυτός ήταν στο τραίνο υπάλληλος, στο τελωνείο. Με ρώτησε «Νίκο εφέντη και σεις φεύγετε; Πήρατε λέει τα μπαγκάζια σας; Τα παραδώσατε; Πήρατε τα χαρτιά σας; Για να δω τα χαρτιά σας; Τα σφραγίσατε; Α, αυτό έπρεπε να το σφραγίσετε στο τάδε γραφείο. Ελάτε μαζί μου». Το σφράγισε. Δηλαδή, αν ήθελε έκανε τον βαρύ. Είχαμε μια συμπάθεια. Λοιπόν ήρθαμε μέχρι την Μερσίνα, αφού κάτσαμε ένα μήνα, καθώς σας είπα προ ολίγου, μπήκαμε στο Elianne και ήρθαμε ίσα στο Πειραιά. Στον Πειραιά μας κρατήσανε καμιά δεκαριά μέρες καραντίνα , δίπλα στον Αϊ-Γιώργη και μετά ήρθαμε στην Δραπετσώνα, νοικιάσαμε μια παράγκα και εκεί, συνάντησα τον μακαρίτη τον πατέρα  του κυρίου Στέφανου. Μια μέρα με συναντάει και, «Ω, και εσύ δώ είσαι Νικολάκη μου, έλα, έλα πάμε στο Μενίδι, να σου νοικιάσουμε ένα σπίτι, καθαρό αέρα έχουμε εκειπέρα». Είχαν έρθει πριν από μένα. Έμαθε και τα ελληνικά, ήτανε άνθρωπος της πιάτσας. Με αυτήν την αφορμή πήγαμε στο Μενίδι, καθίσαμε έξι-επτά μήνες και παίζαμε σε κομπανίες, σε κέντρα μαζί και από εκεί άρχισαν πλέον να δίνουν οικόπεδα και σπίτια, ήταν στη Νέα Ιωνία, Ποδαράδες λέγονταν τότες. Καθίσαμε ένα διάστημα σε αντίσκηνα, όπως πολλοί, μέχρι τα πάρουμε κανά σπίτι. Σπίτι, δυστυχώς, όσοι είχανε λεφτά ταϊζανε και παίρνανε τα κεντρικότερα. Ένας από την επιτροπή αποκαταστάσεως, ο Ορφανίδης, θεός σχωρέστον, μου λέει, «Δε δίνεις καμιά αίτηση για κανά οικόπεδο;». Έδωσα, και πραγματικώς το οικόπεδο βγήκε πιο μπροστά και χτίσαμε εκεί πέρα ένα σπιτάκι, με αυτήν την αφορμή. Τα μετέπειτα πια είναι γνωστά.

Δ.Σ. Κύριε Νίκο, εσείς είστε και πολύ καλός ωρολογοποιός, πώς να το πω, τεχνίτης στα ρολόγια.
Ν.Σ. Ναι, ναι, σε αυτή την τέχνη είχα αρχές στο Ακσεχίρ. Πήγαινα σε έναν Σερκέτ εφέντη και σε έναν Αρμένη, αυτοί οι δυο ήταν μαζί συνέταιροι, και είχα τη μανία, ήταν κοντά στο ξενοδοχείο μας. Πήγαινα και κοίταζα και που και που τους έλεγα να μου μάθουν και μένα. Κάτσε μου λένε, μου δίναν και κανένα παλιό ρολόι, το σκάλιζα και μου έδειχναν πώς να τα κάνω. Είχαμε και ένα τζαμί εκεί, όπου κάθε Παρασκευή ο περίφημος Χότζας έκανε το σεμά [σημ. Semai: μουσικός όρος σχετικός με ρυθμικά φωνητικά κομμάτια], κοντά στο ξενοδοχείο του Ρουστού μπέη. Και αυτός ο Σερκέτ εφέντης, έπαιζε πολύ ωραία, βιολί έπαιζε, κάνανε πολλά συμπόσια. Και όταν ήρθα και εγώ από το Εσκί-Σεχίρ και έμαθα, σε πολλά συμπόσια βρεθήκαμε, με συνεχάρησαν, παίζαμε μαζί. Ήταν ταλέντα εξαιρετικά αυτοί. Είχανε ωραίους δίσκους. Είχανε ένα δίσκο μεγάλο του Χαφούζ Σαμί [σημ. Hafiz Sami]. Όλοι οι χοτζάδες λοιπόν έρχονταν να ακούσουν τον Χαφούζ Σαμί, ήταν περίφημος αυτός, τραγουδούσε γκαζέλ.

Δ.Σ. Κύριε Νίκο, εκτός από τα συμπόσια αυτά που λέτε, που κυρίως ήταν Τούρκοι οι άνθρωποι που τα έφτιαχναν, σε ελληνικά γλέντια βρησκόσασταν;
Ν.Σ. Ε, ναι βρισκόμασταν και σε ελληνικούς γάμους. Συλλελίδες ήτανε. Και αυτά που παίζαμε ήταν της πιάτσας τραγούδια και σε αυτά χορεύανε και χριστιανοί και Τούρκοι. Εγώ ως επί το πλείστον δεν πήγαινα σε πανηγύρια και γάμους. Σε έκτακτους αρχοντικούς γάμους και κάτι τέτοια, ως επί το πλείστον παίζαμε σε μεγάλα κέντρα. Και πόσα χρόνια; Δύο χρόνια έπαιζα στο Εσκί-Σεχίρ, ένα χρόνο όταν επέστρεψα από το Ακσεχίρ, δύο χρόνια έκατσα στην Καισάρεια, ε, μετά ήρθαμε.

Δ.Σ. Εδώ όταν ήρθατε παίζατε;
Ν.Σ. Ε, ναι βέβαια.Εδώ όταν πρωτοήρθα έπαιζα, ήμουνα μουσικός. Μετά βρήκα ένα χρυσοχοείο, του Θωμαϊδη στη Νέα Ιωνία και εργάστηκα ως ωρολογοποιός του χρυσοχοείου για δεκαπέντε χρόνια. Ε, μετά μεγαλώσανε τα παιδιά άνοιξα μαγαζί δικό μου. Ήρθε και η κατοχή. Στην κατοχή μέσα γνωρίστηκα με τον κ. Καρά [ Σίμων Καράς]. Το είχα παρατήσει εγώ καμιά δεκαριά χρόνια και εκείνος μου είπε: «Τέτοιο ταλέντο και να το κρύβεις;». Αρματώσαμε το κανόνι και αρχίσαμε. Ραδιοφωνικές εκπομπές, στο σύλλογο παίζαμε και από τότε το καλλιεργήσαμε και τώρα ακόμα, το μεράκι το έχω. Ακούω παραδείγματος χάριν και γράφω μουσική. Και από την Πόλη και από δίσκους, γράφω διάφορα.

Δ.Σ. Είχατε μαθητάς, εκτός από μένα που ήμουνα και γω ένα φεγγάρι μαθήτρια, βγήκε κανένας που να παίζει κανονάκι καλό;
Ν.Σ. Όχι δεν βγήκε, δυστυχώς.

Δ.Σ. Και ούτε από τα παιδιά σας θέλησε κανένα να μάθει;
Ν.Σ. Θέλανε αλλά μεταξύ φίλων ο ένας, ο Πρόδρομος, κιθάρα έμαθε και ο μικρός είχε μάθει λίγο κιθάρα, μετά τα παράτησε. Ο ένας με την δουλειά και το εμπόριο, ο άλλος με τα γράμματα, τα παρατήσανε. Αυτά είναι που λέτε δεσποινίς Δόμνα, το ιστορικό.

Δ.Σ. Κύριε Νίκο μου να είστε καλά, να ζήσετε.
Ν.Σ. Μπορεί να ξέχασα και πολλά άλλα.

Δ.Σ. Δεν πειράζει, δεν πειράζει.

 

 

Ο  ΣΙΜΩΝ  ΚΑΡΑΣ  ΓΙΑ  ΤΟ  ΝΙΚΟ  ΣΤΕΦΑΝΙΔΗ

 

Ευρισκόμεθα εις το 1941, αν ενθυμούμαι καλώς. Έμενα τότε στο Νέο Ηράκλειο, στην Καναπίτσα. Στον σύλλογο [σημ. Σύλλογος προς Διάδοσιν της Εθνικής Μουσικής] κατέβαινα και έκανα μαθήματα και πρόβες. Εις την ομάδα της συναυλίας, την ορχήστρα ας πούμε, ήτανε και ένας που έπαιζε κανονάκι. Δεν ενθυμούμαι το όνομά του τώρα, ήταν Θρακιώτης, πρακτικός άνθρωπος, μα δεν ήταν κατηρτισμένος μουσικά. Έπαιζε το όργανό του, μα δεν ήταν κάπως δεξιοτέχνης και δεν μπορούσε να αφομοιώσει τις μουσικές φράσεις. Τον έπαιρνα λοιπόν καμια φορά (καθότανε σε ένα σπίτι περιβολάρικο στα Κάτω Πατήσια), αλλά δεν τα πολυκατάφερνε. Έτσι μια μέρα μου λέει:

-Κύριε δάσκαλε, τι να με κάνεις εμένα; Εγώ δεν είμαι ο κατάλληλος μουσικός. Ε, παίζω λιγάκι, αλλά πρέπει να πας στη Νέα Ιωνία, όπου είναι ένας ρολογάς. Νίκο τον λένε. Να βρεις αυτόν τον Νίκο, παίζει πολύ καλά, ξέρει και μουσική και θα σου κάνει. Εγώ τι να σου κάνω, πολεμάω αλλά δεν τα καταφέρνω.

-Καλά, λέω.

Κατεβαίνω λοιπόν μια Κυριακή στη Νέα Ιωνία. Εκεί έψαξα για τον Στεφανίδη. Ρώτησα, έμαθα και πήγα και τον βρήκα. Ήταν κατάκοιτος, άρρωστος. Εκνευρισμένος όλως διόλου. Ήταν ασθενικός πάντοτε, αλλά τότε και λόγω της πείνας και λόγω της οικογένειας που είχε να θρέψει, ήταν άσχημα. Η καημένη η Βασιλικούλα [σημ. η γυναίκα του] εστέκετο σαν λαμπάδα αναμμένη τριγύρω του. Πήγα λοιπόν και τον άρχισα να του λέω για την μουσική, να του λέω για τόνα, να του λέω για τ΄ άλλο. Μου είπε πως είχε δεκατέσσερα χρόνια να παίξει. Τότε του λέω, είναι αμαρτία από τον Θεό. Θα ΄ρθεις να πάμε στο ραδιόφωνο, θα σ΄ ακούσει ο κόσμος. Και κατορθώνω να τον σηκώσω από το κρεβάτι. Σιγά σιγά πήρε το όργανο, το κούρντισε, το οργάνωσε και τον πήραμε στο σύλλογο για να παίζει.

Βέβαια, η παράδοση των ανθρώπων που έρχονται από την Ανατολή, δεν είχε πολύ σχέση με τα εθνικά τραγούδια, τα δικά μας. Διότι αυτοί έπαιζαν κατά ανατολίτικο τρόπο και επιπλέον στο βάθος της Ανατολής δεν είχαν τραγούδια σε ρυθμούς όπως είναι τα ελληνικά. Παρόλα αυτά σιγά σιγά εμπήκε εις το νόημα. Βέβαια ο Νίκος ήταν καλλιεργημένος άνθρωπος, δηλαδή είχε μια ευαισθησία και ως άνθρωπος, αλλά ιδιαίτερα και ως μουσικός. Είχε τέτοια μουσική ευαισθησία που το κάθε τι ήθελε να το κάνει όσο το δυνατόν καλύτερο, τελειότερο. Εκείνος ο οποίος ήταν ενθουσιωδέστερος και αυτού, ήταν ο Τομπούλης, που ήταν επίσης έξοχος μουσικός, τραγουδιστής ωραίος και πολύ εργατικός. Πολλές φορές οι μουσικοί κάθονταν και έπιαναν την κουβέντα κατά τις πρόβες. Τότε ο Τομπούλης έλεγε: «Αμάν! Νικολάκη, Αντωνάκη κ.λ.π…, άντε να παίξουμε, να κάνουμε κάτι τι, ραδιόφωνο είναι εδώ, κόσμος ακούει1». Και άρχιζε αμέσως η άμιλλα, ποιος θα το κάνει καλύτερο, κυρίως αυτοί οι δύο μουσικοί (Τομπούλης και Στεφανίδης), μαζί με τα υπόλοιπα όργανα, έκαναν την ορχήστρα να δέσει τόσο πολύ με τις συνεχείς πρόβες, έτσι ώστε να αποτελούν ένα ομοιογενές σύνολο, που δεν μπορούσε να ξεχωρίσει κανείς πλέον και να φύγει. Ο Στεφανίδης βέβαια έπαιζε κύριο ρόλο διότι ήξερε να παίζει και «σόλα» στο όργανο, οπότε εισήγαγε τον ακροατή στο άκουσμα του τραγουδιού, και μπορούσε να περνάει από το ένα άκουσμα στο άλλο μαλακά. Τότε ήτανε νέος ακόμα. Στα τελευταία του, ήταν μεγάλος στην ηλικία πια, και ταλαιπωρημένος άνθρωπος στην ζωή. Η προσφυγιά τον είχε τσακίσει.

Έπαιζε και λύρα και ούτι. Είναι απαραίτητα αυτά για τους ανθρώπους που είναι δάσκαλοι και θέλουν να κάνουν τον δάσκαλο. Δεν ξέρω τι ακριβώς μπορούσε να αποδώσει από απόψεως διδασκαλικής, διότι όσοι επήγαιναν για να μάθουν, νομίζω πως τους έδειχνε περισσότερο τις «πενιές». Πόσες πενιές θα κάνουν στον κάθε χρόνο, πώς θα κάνουν τις υποδιαιρέσεις του χρόνου, πώς να παίζουν γρήγορα, πώς να κάνουν διπλοπενιές.

Ως γνωστόν, παλιότερα πατούσαν με το νύχι του αριστερού χεριού τις χορδές για να ανεβοκατεβάζουν τον τόνο και έπαιζαν μόνο με το δεξί. Τα μανταλάκια [...] έδωσαν την ευχέρεια να ανεβοκατεβάζουν τα διαστήματα και ελευθέρωσαν και τα δύο χέρια, έτσι ώστε να μπορούν να παίζουν διπλοπενιές. Αυτό ήτανε σπουδαίο, γιατί εστόλιζε και γέμιζε την ορχήστρα. Ο Νίκος δε, είχε μεγάλη ευχέρεια να αλλάζει μανταλάκια στη διάρκεια του τραγουδιού και να πέφτει από τον έναν ήχο (μακάμ) στον άλλον. Επιπλέον ο Νίκος ήξερε και την ανατολίτικη και τη φράγκικη (ευρωπαϊκή) και την βυζαντινή μουσική γλώσσα. Διάβαζε του Κηλτζανίδη το βιβλίο και από εκεί προσπαθούσε…Του 'λεγα δηλαδή, μακάμ τάδε και συνεννοούμαστε. Με τους άλλους λέγαμε π.χ. ντο ματζόρε, ή από αυτόν τον τόνο. Ενώ στη χορωδία συνεννοούμαστε ελληνικά π.χ. ήχος τάδε κ.λ.π. Για τον Νίκο, δεν ξέρω ακριβώς πόσο ήταν θεωρητικά κατηρτισμένος, πριν συνεργασθούμε.

Μια φορά, η θητεία του σε μας ήταν ολωσδιόλου κίνητρο για να τον κάνει να εργασθεί περισσότερο, απ΄ όσο είχε εργασθεί μέχρι τότε. Διότι στην Ανατολή ήξεραν να παίζουν το τάδε μακάμ ή το δείνα τραγούδι, μα δεν είχαν ειδικευθεί σε πράγματα πέρα απ΄αυτά. Και όταν ήρθαν εδώ στην Ελλάδα, μπήκαν σε έναν άλλον χώρο, τον οποίον όμως επλούτισαν και τίμησαν με την τέχνη τους. Γιατί άμα δεν ήσαν αυτοί οι άνθρωποι, οι δικοί μας εδώ θα μπορούσαν να κάνουν τίποτε; Το ατύχημα είναι ότι ο Νίκος δεν μπόρεσε, και δεν ξέρω πώς θα μπορούσε να ευδοκιμήσει ως δάσκαλος. Εννοώ δηλαδή να πάρω έναν άνθρωπο με ενδιαφέρον και να του πω, πάρε τον και να τον κάνεις να παίζει όπως εσύ. Γι' αυτό το θέμα είχα πει κάποτε σε έναν υπουργό: Να φέρουμε έναν άνθρωπο από την Τουρκία (ή από την Αίγυπτο) να μας διδάξει κανονάκι. [...] Ένας άνθρωπος να μας διδάξει τους ήχους μας κ.λ.π., να μας δείξει ένα όργανο που είναι καθαρά ελληνικό. Δεν έγινε όμως τίποτα.

Ο Στεφανίδης είχε βάλει και πολλά μανταλάκια στο κανονάκι, και σε συνδυασμό με την ευχέρεια που τον διέκρινε, μπορούσε να μεταφέρει τον τόνο, να αλλάζει δηλαδή την βάση του ήχου, ώστε να ταιριάζει με τα άλλα όργανα και τις φωνές. Είχε μια ικανότητα να προσαρμόζεται πάντοτε και επιτύχαινε αποτελέσματα, τα οποία δεν θα μπορούσε ένας άλλος να πετύχει αν δεν τα 'παιζε απ΄ ορισμένη βάση για κάθε ήχο. Είχε επαφές και με την Τουρκία. Άκουγε σταθμούς. Σ΄ αυτό ήτανε «μανούλα» και έγραφε πάντοτε ό,τι τον ενδιέφερε.

Πάντως ο Νίκος ήτανε σπουδαίος, ολιγομίλητος, συμμαζεμένος στον εαυτό του. Δεν ήταν από θρησκευτικότητα που τον λέγανε θρησκόληπτο. Ήταν απλά ένας καλός χριστιανός. Με τους άλλους συνάδελφους του δε, ήτανε πάντοτε ευγενέστατος.

Ήτανε καλός και χρήσιμος άνθρωπος. Έπρεπε όμως να ήτανε λιγάκι νεότερος και να είχαμε την δυνατότητα να τον βοηθήσουμε να κάνει τον δάσκαλο. Γιατί ήταν όλη την ημέρα στο ρολογάδικο και αυτό τον εκνεύριζε. Τον σακάτευε η δουλειά αυτή: με το φακό στο μάτι για να φτιάχνει τα ρολόγια.

Δυστυχώς ο τόπος μας …δεν σηκώνει παραπάνω. Πού είναι ένας μάστορας που θα διαδεχθεί έναν άλλο μάστορα;